Η αυτοβιογραφική συμφωνία

Ο Philippe Lejeune διευκρίνισε πως στον ορισμό της αυτοβιογραφίας περιλαμβάνονται στοιχεία τα οποία δεν είναι υποχρεωτικό να υπάρχουν σε απόλυτο βαθμό. Για παράδειγμα, στην αυτοβιογραφία η αφήγηση είναι αναδρομική, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να υπάρχουν παρατηρήσεις ή σκέψεις που να αφορούν το παρόν της συγγραφής του κειμένου. Και ακόμα, ασφαλώς πρωταρχικό αντικείμενο κάθε αυτοβιογραφίας είναι ο ατομικός βίος, όμως η κοινωνική και πολιτική ιστορία μπορούν επίσης να αποτυπώνονται στις σελίδες του κειμένου. Δύο μόνον όροι πρέπει να ισχύουν σε απόλυτο βαθμό: η ταύτιση συγγραφέα και αφηγητή και η ταύτιση του αφηγητή με το βασικό πρόσωπο του κειμένου. Στην τριπλή αυτή ταύτιση συγγραφέα, αφηγητή και βασικού προσώπου, η οποία ισχύει για όλα τα είδη του αυτοβιογραφικού λόγου, δεν μπορούν να υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί, δεν μπορεί να υπάρχει απλώς κάποια ομοιότητα ή μια αναλογία, πρέπει η ταύτιση να είναι απόλυτη (Lejeune 1996, 14-15, 26 & 35-41).

Ο Lejeune καταλήγει πως είναι κάποιες φορές αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα από μια αυτοβιογραφία, γιατί όλους τους μηχανισμούς που αξιοποιεί η αυτοβιογραφία για να μας πείσει πως η ιστορία της είναι αυθεντική μπορεί ένα μυθιστόρημα να τους μιμηθεί. Αυτό που αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο είναι τελικά το όνομα του συγγραφέα στο εξώφυλλο, δηλαδή αν δηλώνεται ρητά ή συνάγεται πως ο αφηγητής, ο οποίος αφηγείται τη δική του ζωή, είναι αυτός που αναγράφεται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Η «αυτοβιογραφική συμφωνία» είναι η διαβεβαίωση που παρέχεται από το βιβλίο, δηλαδή τόσο από το κείμενο όσο και από τα στοιχεία του παρακειμένου (εξώφυλλο, βιογραφικό σημείωμα), για την τριπλή αυτή ταύτιση συγγραφέα, αφηγητή και πρωταγωνιστή του κειμένου και η οποία λαμβάνει υπόψη της και το όνομα στο εξώφυλλο (Lejeune 1996, 26-27).

Ο Lejeune ασχολήθηκε στις επόμενες δεκαετίες με την ιστορία και τη θεωρία του αυτοβιογραφικού λόγου και συμπλήρωσε ή και αναθεώρησε κάποια από τα σημεία της πρώτης του προσέγγισης (Lejeune 2005, 11-30· Lejeune 2015). Η ίδια, ωστόσο, η αυτοβιογραφική συμφωνία ως σύλληψη άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση συνολικά στον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι «γραφές του εγώ» (Marcus 1994, 251-266· Allamand 2018). Η ουσιαστικότερη ίσως αλλαγή είναι πως η ιδιαιτερότητα του αυτοβιογραφικού λόγου δεν θεωρείται πια ένα εγγενές στοιχείο του κειμένου, αλλά η προσοχή έκτοτε στράφηκε στον δεσμό που συνδέει τα αυτοβιογραφικά κείμενα με την εξωκειμενική πραγματικότητα (Clerc 2001, 20-23). Για παράδειγμα, η Laura Marcus, αφού εξέτασε τον θεωρητικό λόγο για τις «γραφές του εγώ», όπως εξελίχθηκε στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, διαπίστωσε πως οι μελετητές τοποθετούν την αυτοβιογραφία σε έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της λογοτεχνίας και της ιστορίας, ή ίσως και της φιλοσοφίας, αλλά και μεταξύ των μυθοπλαστικών και των μη μυθοπλαστικών κειμένων. Έτσι, η συζήτηση για την αυτοβιογραφία έχει συμπεριληφθεί πια στην ευρύτερη συζήτηση για τη διάκριση μεταξύ γεγονότων και μυθοπλασίας, μια διάκριση δηλαδή που είχε έντονα αμφισβητηθεί το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα (Marcus 1994, 229).

Η αυτοβιογραφία είναι ένα είδος που δεν γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση σε καμία περίοδο των ελληνικών γραμμάτων (Χρυσανθόπουλος κ.ά. 2015, 104-129, 131-180, 182-218 & 221-225). Είναι μάλλον παράδοξο το γεγονός πως δύο από τις πιο γνωστές αυτοβιογραφίες Ελλήνων που κυκλοφορούν στα ελληνικά, του Καποδίστρια και του Ανδρέα Λασκαράτου, δεν ανήκουν στη νεοελληνική γραμματεία, καθώς πρόκειται για μεταφράσεις, από τα γαλλικά και από τα ιταλικά αντίστοιχα. Το ενδιαφέρον των μελετητών έχει προσελκύσει, ιδιαίτερα από την αρχή του 21ου αιώνα, η Αυτοβιογραφία (1881) της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1836).

Λογοτεχνικά κείμενα
Κριτικά κείμενα