Ανάγνωση, κριτική και ερμηνεία

Σεφέρης Γιώργος

Στις 17 Δεκεμβρίου 1946, ο Γιώργος Σεφέρης ανέβαινε τα σκαλιά του Βρετανικού Ινστιτούτου για να μιλήσει με θέμα «Κ.Π. Καβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι», μπροστά σε ένα κατάμεστο ακροατήριο. Προσεγγίζοντας εκ νέου τον Καβάφη, ο Σεφέρης προτείνει ένα νέο ερμηνευτικό σχήμα, με άξονα την ανάγνωση ενός ποιήματος, που αποκαλύπτει την «ιστορική αίσθηση» του Καβάφη. Αυτή η νέα διάσταση του καβαφικού ιστορισμού έμελλε να αποτελέσει όχι απλώς άλλη μια πρόταση ανάγνωσης του Καβάφη, αλλά έναν σταθμό για τις ίδιες τις καβαφικές σπουδές.

Το ποίημα του Καβάφη που μου έδωσε την πρώτη αφορμή να συλλογιστώ τον Έλιοτ είναι το ακόλουθο (ρε΄):

YΠEP THΣ AXAΪKHΣ ΣYMΠOΛITEIAΣ ΠOΛEMHΣANTEΣ

Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ’ ευκλεώς· τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες. Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Kριτόλαος. Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν, «Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε για σας. Έτσι θαυμάσιος θα ’ναι ο έπαινός σας.―

Eγράφη εν Aλεξανδρεία υπό Aχαιού· έβδομον έτος Πτολεμαίου, Λαθύρου.

Ένα λαμπρό επίγραμμα. Αυτοί οι έξι στίχοι — έχουν κάτι από το μέταλλο του Σιμωνίδη:

Άσβεστον κλέος οίδε φίλη περί πατρίδι θέντες αμφεβάλοντο νέφος κυάνεον θανάτου ―

μου έδιναν την αφορμή να θυμηθώ την τόσο αξιοπρόσεχτη ενότητα της Ελληνικής Ανθολογίας, που περιέχει, καθώς παρατηρήθηκε, την ποίηση χίλιων περίπου χρόνων και όπου, μολαταύτα, τα νεότερα ποιήματα συναρμολογούνται τόσο καλά με τα παλαιότερα, προσθέτοντας κάτι δικό τους. Ύστερα από ένα χάσμα πολλών ακόμη αιώνων, συλλογιζόμουνα, ο Καβάφης έρχεται να βάλει το λιθάρι του στο οικοδόμημα εκείνο. Ήταν ψυχρά λογοτεχνική η αντίδρασή μου. O Καβάφης δεν μ’ ενδιέφερε ιδιαίτερα την εποχή εκείνη. H κρίση μου αποσιωπούσε τους δυο τελευταίους στίχους, όπως τους αποσιωπούν οι περισσότεροι αναγνώστες. Tί χρειαζότανε αυτή η ενοχλητική ουρά;

Eγράφη εν Aλεξανδρεία υπό Aχαιού· έβδομον έτος Πτολεμαίου, Λαθύρου.

Πέρασαν τα χρόνια. Ένα βράδυ, στη συσκοτισμένη Αλεξάνδρεια, λίγες μέρες ύστερα από τη μάχη της Κρήτης, θυμήθηκα πάλι το επίγραμμα του Αχαιού. Ήτανε τραγικά επίκαιρο. Ίσως γι’ αυτό, ίσως επειδή βρισκόμουνα στην πόλη των Πτολεμαίων, το ψιθύρισα ολόκληρο μαζί με τους ακροτελεύτιους κρυπτογραφικούς στίχους του. Και τότε, πρώτη φορά, συλλογίστηκα πως το ποίημα είχε γραφεί στα 1922, στις παραμονές της μικρασιατικής καταστροφής· σχεδόν ασυνείδητα τους μετάφρασα:

Eγράφη εν Aλεξανδρεία υπό Aχαιού· το έτος που το Έθνος κατεστράφη.

Δεν ήτανε πια ο Καβάφης που πήγαινε να προσκολληθεί στην Ελληνική Ανθολογία, πηδώντας ένα χάσμα αιώνων· δεν ήταν ένας τεχνουργός ψυχρών και τυχαίων παρνασσικών πορτραίτων· ήταν ένας σύγχρονός μου που βρήκε τον τρόπο να εκφράσει τα συναισθήματά του με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία και ένταση, κάνοντας και τον Σιμωνίδη και τα λαμπρά παλαιά επιτύμβια ν’ αφήσουν τους χαλασμένους τάφους και να ’ρθούν προς εμένα. Μια ζωντανή παρουσία που άγγιζε και το επίγραμμα του Σολωμού στα Ψαρά.

Αυτό είναι το παράδειγμά μου. Θα το μεταχειριστούμε για να μας δείξει, έστω και μερικά, πώς αισθάνεται το χρόνο ο Καβάφης.

Γιώργος Σεφέρης, «Κ.Π. Καβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι». Δοκιμές, τόμ. Α΄ (1936-1947), Ίκαρος, Αθήνα 51984, σ. 328-330.