Πίστομα

Θεοτόκης Κωνσταντίνος

Το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1899 στο περιοδικό Τέχνη και το 1935 συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Κορφιάτικες Ιστορίες. Το κείμενο «μιλά» στους αναγνώστες ίσως περισσότερο με τις «σιωπές» του παρά με την αφήγηση-«σκελετό» που έχει στα χέρια του ο αναγνώστης, επομένως είναι ένα κείμενο που, κατά τον Iser, προσκαλεί τον αναγνώστη στη συν-δημιουργία του. Για παράδειγμα: γιατί μπορεί να είναι «κακούργος» —κατά τον αφηγητή— ο Κουκουλιώτης, ο οποίος γυρνά στο χωριό μετά από καιρό για να ανατρέψει την ανεπιθύμητη «τάξη» που βρίσκει στο σπίτι του; Ή ποια στάση πιθανόν κρατά η κοινότητα απέναντι στην «παράνομη οικογένεια» αλλά και το νέο έγκλημα που διαπράττει εναντίον της ο ήρωας; Πώς υποτίθεται θα αντιδράσει στην εντολή «πίστομα» η γυναίκα; Αυτά είναι μερικά από τα «κενά», τα οποία θα κληθεί αναπόφευκτα να συμπληρώσει ο αναγνώστης, προκειμένου να κατανοήσει την ιστορία. Στην προσπάθειά του αυτή, ο αναγνώστης θα πρέπει να διερευνήσει τους κώδικες του κειμένου, ώστε οι υποθέσεις τις οποίες θα κάνει, να είναι συνεκτικές με ό,τι πιθανόν αυτοί υποδηλώνουν.

Όταν ύστερα από την αναρχία πού ’χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ’ είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ’ τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης.

Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ’ όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Το πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.

O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Κι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ’ τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.

Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K’ εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ’ εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό ’σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.

Αλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:

«Μη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Είναι το παιδί τούτο δικό σου; Ναι; Μα όχι δικό μου! Με ποιον, λέγε, τό ’χεις κάμει;»

T’ αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.

«Αντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Το φταίσμα μου είναι μεγάλο. Μα, το ξέρω, κ’ η εγδίκησή σου θά ’ναι μεγάλη· κ’ εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ’ αντρειευτούμε. Κοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Κάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία.»

Καθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε.

Ετσώπασε λίγο κ’ έπειτα της είπε:

«Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!»

Eμολόησε. Κι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Κι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ’ αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Μα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.

Την άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.

«Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού ’χουν αρπάξει, καθώς μού ’χε πάρει και σε ο σκοτωμένος.»

«Τον σκότωσες!»

Την ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.

Κι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ’ έτσι εβγήκαν κ’ οι τρεις από το σπίτι.

Και φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.

Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Το σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K’ εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ’ εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.

Κι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:

«Βάλ ’το πίστομα μέσα».

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού .

Λογοτεχνικά κείμενα
Κριτικά κείμενα