Φάουστ ΙΙΙ

Bulgakov Michail

Ο μύθος του Φάουστ στο Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα του Mikhail Bulgakov (1891-1940), που γράφτηκε μεταξύ 1928 και 1940, ανατρέπεται και αποδομείται σατιρικά. Το μυθιστόρημα που έχει ως προμετωπίδα ένα σύντομο απόσπασμα από τον Φάουστ του Goethe («Ποιος είσαι επιτέλους; Μέρος από τη δύναμη εκείνη, που αιώνια θέλει το κακό κι αιώνια πράττει το καλό...») και ως κεντρικούς ήρωες τον Βόλαντ, μια εκδοχή του Μεφιστοφελή, τον Μαίτρ, μια εκδοχή του Φάουστ, και την αγαπημένη του Μαργαρίτα, παρωδεί μοτίβα του Φάουστ. Το απόσπασμα εδώ είναι από την αρχή του δεύτερου μέρους του έργου και είναι ενδεικτικό του ύφους του Bulgakov.

19. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

Ακολούθησέ με, αναγνώστη. Ποιος σου ’πε ότι σ’ αυτό τον κόσμο δεν υπάρχει αληθινός, πιστός και αιώνιος έρωτας; Να του κόψουνε την άτιμη τη γλώσσα!

Ακολούθησέ με, αγαπητέ αναγνώστη — εμένα μόνο, και θα δου δείξω πως τέτοιος έρωτας υπάρχει!

Όχι! Ο Μαιτρ είχε άδικο όταν, στην κλινική, την ώρα που πλησίαζαν μεσάνυχτα, είχε πει με φωνή πικραμένη στον Ιβάνουσκα ότι εκείνη τον είχε ξεχάσει. Αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Όχι, βέβαια, δεν τον είχε ξεχάσει.

Πρώτα απ’ όλα, ας αποκαλύψουμε το μυστικό που ο Μαιτρ δε θέλησε ν’ αποκαλύψει στον Ιβάνουσκα. Την αγαπημένη του την έλεγαν Μαργαρίτα Νικολάγιεβνα. Κατά τα άλλα, όσα είχε πει γι’ αυτήν ο Μαιτρ στον δύστυχο Ιβάν ήταν η καθαρή αλήθεια. Είχε περιγράψει σωστά την αγαπημένη του. Ήταν πραγματικά ωραία και έξυπνη. Σ’ αυτό πρέπει να προσθέσουμε κάτι ακόμα: μπορούμε άφοβα να βεβαιώσουμε ότι πολλές γυναίκες θα έδιναν ευχαρίστως τα πάντα για ν’ ανταλλάξουν τη ζωή τους με τη ζωή της Μαργαρίτας Νικολάγιεβνας. Η τριαντάχρονη, άτεκνη Μαργαρίτα ήταν παντρεμένη μ’ έναν πολύ διακεκριμένο επιστήμονα, εφευρέτη, επιπλέον, μιας σημαντικότατης ανακάλυψης υψίστης εθνικής σημασίας. Ο άντρας της ήταν νέος, ωραίος, καλός, τίμιος και λάτρευε τη γυναίκα του. Οι δυο τους είχαν στη διάθεσή τους ολόκληρο το δεύτερο όροφο μιας θαυμάσιας βίλας, τριγυρισμένης από έναν κήπο, σ’ ένα από τα δρομάκια που γειτόνευαν με την Πλατεία Αρμπάτ. Μαγευτικό μέρος! Άλλωστε, όποιος θέλει να πειστεί, δεν έχει παρά να επισκεφθεί αυτό τον κήπο. Ας έρθει σ’ εμένα: θα του δώσω τη διεύθυνση και θα του δείξω το δρόμο. Το σπίτι είναι ώς τώρα άθικτο.

Η Μαργαρίτα Νικολάγιεβνα δεν είχε καμία χρηματική ανάγκη· μπορούσε ν’ αγοράσει οτιδήποτε της έκανε κέφι. Ανάμεσα στους γνωστούς του άντρα της, μπορούσε να συναντήσει ανθρώπους ενδιαφέροντες. Η Μαργαρίτα Νικολάγιεβνα δεν είχε πιάσει ποτέ στα χέρια της γκαζιέρα, δε γνώριζε τη φρίκη της ζωής σ’ ένα κοινό διαμέρισμα. Με δυο λόγια... ήταν ευτυχισμένη; Ε λοιπόν, όχι — ούτε τόσο δα. Από τότε που, στα δεκαεννιά της χρόνια, είχε παντρευτεί και είχε έρθει να ζήσει σ’ αυτή τη βίλα, δε γνώρισε την ευτυχία. Ω θεοί, τι ήθελε τελοσπάντων αυτή η γυναίκα; Τι ήθελε αυτή η γυναίκα, που στα μάτια της παιχνίδιζε αδιάκοπα μια μικρή, ανεξήγητη φλόγα; Τι ήθελε αυτή η μάγισσα, που αλληθώριζε ελαφρά απ’ το ένα μάτι, την ανοιξιάτικη εκείνη μέρα που είχε στολιστεί με ένα μπουκέτο μιμόζες; Δεν το ξέρω, δεν έχω καμιά ιδέα. Αλλά, προφανώς, είχε πει την αλήθεια: εκείνον ήθελε, τον Μαιτρ, και κάθε άλλο παρά το γοτθικό σπίτι, τον ιδιωτικό κήπο και τα χρήματα. Τον αγαπούσε — είχε πει την αλήθεια.

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, μτφρ. Νότα Κυριακοπούλου, Γράμματα, Αθήνα 2009, σ. 291-292.