Η ναυμαχία της Ναυαρίνου

Καλοκύρης Δημήτρης

Η ανθολογία του Δημήτρη Καλοκύρη Λογοτεχνία και φωτογραφία κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1980 και στη συνέχεια επανεκδόθηκε ενισχυμένη το 1993. Συγκεντρώνει για πρώτη φορά ελληνικά ποιητικά και πεζογραφικά κείμενα που αναφέρονται στη φωτογραφία. Αναδεικνύει έτσι το ενδιαφέρον των ελλήνων λογοτεχνών για τη φωτογραφία στην ιστορική του συνέχεια, καθώς και τις ειδικές συντεταγμένες της φωτογραφικής πρακτικής που ενίοτε θεματοποιούνται: από τεχνικά ζητήματα (φωτοφράκτης, εμφάνιση φωτογραφιών) μέχρι ζητήματα μνήμης, τεκμηρίωσης κλπ. Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από την εισαγωγή στον τόμο.

Η ιδέα να επισημανθούν νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που έχουν συνάφεια με τη φωτογραφία, ξεκίνησε το 1977 στην, ακόμα και σήμερα θρυλική για τα ερείπια και το πλήθος των υπαίθριων καφενείων της, Πλατεία Ναυαρίνου της Θεσσαλονίκης.

Ήταν η εποχή της Δεύτερης Διαδρομής του περιοδικού «Τραμ», που εγκαταστήσαμε σ’ ένα ετοιμόρροπο κτίριο της εν λόγω πλατείας και η απαρχή των, σχεδόν χειροποίητων, ομώνυμων εκδόσεων. Χρόνια σεισμών, συναισθηματικών καταποντισμών, ποικίλων ανακατατάξεων και οριστικών αποχαιρετισμών.

Ήταν επίσης η εποχή που ο Σταύρος Μωρεσόπουλος προετοίμαζε την έναρξη του περιοδικού Φωτογραφία, και συζητούσαμε τις δυνατότητες διερεύνησης των περιεχομένων του, πέρα από τα ειδικά αισθητικά, ιστορικά ή τεχνικά θέματα που θα το απασχολούσαν.

Αποτέλεσμα των αναζητήσεων αυτών ήταν ν’ αρχίσει από το πρώτο κιόλας τεύχος —αλλά να συνεχιστεί πιο συστηματικά αργότερα— η στήλη “Λογοτεχνία και Φωτογραφία”, πολυτονική χρυσόμυγα μέσα στο μονοτονικό γλωσσικό γάλα του περιοδικού. Η σελίδα απέβλεπε στο να εστιάσει την προσοχή ενός κοινού με φωτογραφικά ενδιαφέροντα, σε λογοτεχνικά κείμενα παλαιότερων και νεότερων συγγραφέων. Παράλληλα, το πρόσχημα της θεματικής ανθολόγησης έθετε προς διερεύνηση τον τρόπο με τον οποίο (υποτίθεται ότι) επηρέασε η φωτογραφία, έμμεσα ή άμεσα, τη διαδικασία έμπνευσης ή σύνθεσης κάποιων λογοτεχνικών έργων.

*

Η φωτογραφία είναι ένας τρόπος συνδιαλλαγής με την αφθαρσία και, ως εκ τούτου, είναι φυσικό ότι από νωρίς οι Έλληνες λογοτέχνες έδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον γι’ αυτήν, τόσο ποζάροντας αρειμάνια όσο και τραβώντας κάποτε και οι ίδιοι φωτογραφίες:

Ο Παύλος Νιρβάνας λ.χ. γράφει το 1908 ένα εκτενές κείμενο για το πώς του ήρθε η έμπνευση να φωτογραφίσει τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, αφού πρώτα με το μικρό του “κόδακ” φωτογράφισε «κάθε έμψυχον και άψυχον της γειτονιάς».

Ο Κωστής Παλαμάς, το 1931, με την ευκαιρία φωτογραφικού διαγωνισμού, εγκωμιάζει την φωτογραφία ως μία εκ των Καλών Τεχνών.

«Είμαι και φωτογράφος» δηλώνει σεμνά, το 1936 ο Ιωάννης Γρυπάρης σε συνέντευξή του και σπεύδει να διευκρινίσει: «Εμφανίζω μόνος τις φωτογραφίες μου».

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος εκθέτει το 1955, σε κεντρική αίθουσα των Αθηνών 210 καλλιτεχνικές φωτογραφίες του.

Ο Γιώργος Σεφέρης ήταν συστηματικός φωτογράφος, πρόσφατα μάλιστα εκδόθηκε ένα λεύκωμα με ‘κυπριακές’ φωτογραφίες του.

Ο Οδυσσέας Ελύτης δεν επιδόθηκε μεν έμπρακτα στη φωτογραφία, την χρησιμοποίησε όμως ως πρώτη και κύρια ύλη για ένα μεγάλο αριθμό “συνεικόνων” που φιλοτέχνησε.

Ο Νίκος Δήμου, τέλος, ασχολείται μεθοδικά με τη φωτογραφία.

*

Η σελίδα “Λογοτεχνία και Φωτογραφία” εγκαινιάστηκε με τον Φωτοφράκτη του Εμπειρίκου, που τον Αύγουστο του 1977 είχαν συμπληρωθεί δύο χρόνια από τον θάνατό του. Ακολούθησαν έξι συνέχειες. Επειδή όμως πολλά από τα κείμενα που συγκεντρώθηκαν με την προοπτική αυτή ήταν εκτενή και ξεπερνούσαν τον χώρο που μπορούσε να διαθέσει ένα μηνιαίο ειδικό περιοδικό, προσανατολιστήκαμε στην έκδοση ενός αυτοτελούς τομίδιου, το οποίο θα περιλάμβανε τους είκοσι πέντε ποιητές και πεζογράφους που είχαμε επιλέξει.

Ήδη εκδότης και ανθολόγος είχαν εγκαταλήψει [sic] τον Θερμαϊκό, και το βιβλίο κυκλοφόρησε τελικά τον Οκτώβριο του 1980. Η ιστορία της “ναυμαχίας” μας στην Πλατεία Ναυαρίνου κατέληξε σχεδόν φυσιολογικά στον «Βυθό των Φωτογράφων»: μια δίχρωμη φωτολιθογραφημένη εικονογραφική σύνθεση που κυκλο-φόρησε τον ίδιο καιρό, σε 100 αριθμημένα αντίτυπα για τους συνδρομητές του περιοδικού.

*

Το βιβλίο εκείνο είχε πια εξαντληθεί από (τον) καιρό. Η δεκαετία που μεσολάβησε πολλαπλασίασε τα σχετικά κείμενα. Η φωτογραφία, θεματικά, εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια όλο και συχνότερα. Αλλά και το βάθος πεδίου της έρευνας του ανθολόγου διευρύνθηκε από προτάσεις και υποδείξεις φίλων.

Έτσι, στην δεύτερη έκδοση που επιχειρούμε εδώ, προστέθηκαν άλλα σαράντα ένα ονόματα, ανεβάζοντας το σύνολο των ανθολογουμένων σε εξήντα έξι, άθροισμα καβαλιστικό, που περιγράφει νομίζω ευρύτατα την περιοχή, χωρίς βέβαια να ολοκληρώνει ούτε το θέμα, ούτε τα όριά του. Διαμορφώνεται όμως διακριτικά ένα βιβλίο λογοτεχνίας όπου παρατίθενται με αλφαβητική σειρά τα πιο χαρακτηριστικά από τα κείμενα που κατόρθωσα να εντοπίσω.

Όπως θα περίμενε κανείς, τα κριτήρια επιλογής δεν ήταν πάντοτε παρόμοια. Η αυθαιρεσία είναι, άλλωστε, η (κυριότερη) πολυτέλεια του ανθολόγου. Και τα άνθη ας είναι κάποτε “του κακού”.

Λόγοι πάντως ισορροπίας επέβαλαν και κάποιους περιορισμούς. Γι’ αυτό, μερικά κείμενα δημοσιεύονται αποσπασματικά ή ενδεικτικά, ενώ ορισμένα περιλαμβάνονται περισσότερο για το φιλολογικό ή ιστορικό τους ενδιαφέρον.

Από φωτογραφικής απόψεως έχουμε ένα τυπικό ομαδικό πορτρέτο, μια αναμνηστική φωτογραφία από μια απροσδόκητη, στιγμιαία συνάντηση ομοτέχνων, ή παρατεταγμένων και ανυποψίαστα μακρινών συγγενών, σε κάποιον φαντασιακό, τετελεσμένο μέλλοντα. Όπου και αυτοφωτογραφίζεται ευθαρσώς ο φωτογράφος.

Στο καίριο σημείο αυτό, θα έπρεπε να κατατεθούν τα συντριπτικά αποδεικτικά παραθέματα από την Σούζαν Σόνταγκ, τον Ρολάν Μπαρτ και τον Τζωρτζ Μπέρτζερ ίσως, τα οποία παραλείπονται όμως αφού, ούτως ή άλλως, η εργασία που ακολουθεί θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν δοκίμιο αισθητικό, που το θεωρητικό του μέρος λανθάνει.

(Νέα Πεντέλη, Ιούνιος 1991)

Δημήτρης Καλοκύρης, Λογοτεχνία και φωτογραφία, Μωρεσόπουλος, Αθήνα 1993 (2η μεγενθυμένη έκδοση), σ. 7-9.